Πέμπτη, 5 Απριλίου 2018

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΒΑΛΙΤΣΑ




Οι αποσκευές τοποθετήθηκαν με τάξη και η μπαγκαζιέρα έκλεισε ερμητικά. Μια πολυήμερη εκδρομή, που είχε στηθεί με πολλά όνειρα και περισσότερο κόπο και επιμονή, ξεκινούσε. 

Η Άννα είχε ετοιμάσει τη κόκκινη βαλίτσα της σταδιακά. Είχε τοποθετηθεί στον καναπέ του σαλονιού εδώ και ένα δεκαήμερο, άνοιγε σα θησαυροφυλάκιο κάθε τόσο και εμπλουτιζόταν με τα απαραίτητα περιουσιακά στοιχεία της. Τα εσώρουχα της , τα προϊόντα υγιεινής, τα αθλητικά της παπούτσια, τα ωραιότερα μπλουζάκια της,  το κασκόλ και το σκούφο για το δριμύ κρύο της Αυστρίας και της Γερμανίας, ζεστά πουλόβερ, κολάν και παντελόνια κι άλλα, κι άλλα , πολλά και διάφορα. 

Σε μια γωνίτσα δεξιά, κάτω από τη φόδρα της βαλίτσας έβαλε το μικροσκοπικό αρκούδο της. Τη συνόδευε παντού από μικρό παιδί, ήταν το γούρι της. Μάλωσε πολλές φορές με τη μητέρα της γι’ αυτόν. «Δεν θέλω να τον αγγίζετε» της έλεγε. Ήταν μια έφηβη νευρική και μυγιάγγιχτη, δεν ανεχόταν κουβέντα, δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί της. Και φυσικά τούτο το ταξίδι το μακρινό με το σχολείο ήταν ένας απογαλακτισμός. Ταξίδια είχε κάνει πολλά με τους γονείς της, τώρα όμως θα ήταν μόνη για μέρες. Έπαιρνε λοιπόν το μικρό της αρκούδο , μόνο αυτόν από το σπίτι και τις ενοχλητικές κλήσεις του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. «Ζήτω η ανεξαρτησία» σκέφτηκε   και το ηθικό της τονώθηκε.
Κανείς δεν είχε φανταστεί ότι πριν φτάσουν στο πρώτο κατάλυμα στην Αυστρία, θα διαχεόταν μια φοβερή ανησυχία στην ομάδα της εκδρομής. Το τουριστικό λεωφορείο σταμάτησε , ο οδηγός με το συνοδό κατέβηκαν και στο λεωφορείο εισχώρησε ο πανικός.  Η μπαγκαζιέρα   είχε ανοίξει και κάποιες βαλίτσες χάθηκαν. Δεν ήθελε με κανένα τρόπο να είναι ανάμεσα στους μαθητές που έχασαν τις βαλίτσες τους. «Αχ τα ρουχαλάκια μου» σκέφτηκε. Χτες μόλις είχε αγοράσει ένα μπλουζάκι με το πενηντάρι που της χάρισε η γιαγιά. Η ασφαλιστική εταιρεία λέει θα τους αποζημιώσει. «Δεν θέλω κύριε αποζημίωση! Θέλω τα ρούχα μου, τη βαλίτσα μου και τον αρκούδο μου…»,  σκέφτηκε και τη διαπέρασε ένα σύγκρυο.
Και φυσικά – το είχε διαπιστώσει και άλλη φορά – η γκαντεμιά της δεν είχε όρια. Η κόκκινη βαλίτσα είχε χαθεί! Η δική της βαλίτσα, με το μπλε φιογκάκι για να την ξεχωρίζει από τις άλλες. Ήθελε να φωνάξει, να αντιδράσει. Η εκδρομή δεν είχε αρχίσει καν και γι’ αυτήν είχε τελειώσει. Οι φίλες της έσπευσαν να την παρηγορήσουν και να της χαρίσουν ρούχα, κάλτσες, φούτερ… «Δεν θέλω ελεημοσύνες ! Θέλω τα πράγματα μου!» Ήθελε να το πει , αλλά δεν της το επέτρεπε ο εγωισμός της.
Σερνόταν χωρίς κέφι, κουβαλώντας μέσα της το ασήκωτο βάρος της απώλειας, της χασούρας τελικά. Και οι καθηγητές της ήταν γεμάτοι συμπάθεια. Καλά! Τι να καταλάβουν και αυτοί. Είναι μεγάλοι δήθεν και ώριμοι, υπεράνω των υλικών αγαθών. Η Άννα είναι αναστατωμένη και απογοητευμένη. Εξάλλου δεν έχει και που να ξεσπάσει. Η μαμά που την ακούει πάντα ήρεμη δεν είναι κοντά της και ο αδελφός της ο μικρός , για να φάει καμιά ξανάστροφη, είναι μακριά!
Ακολουθεί την παρέα χωρίς έγνοια για αποσκευές. Φοράει μέρες τώρα τα ίδια παπούτσια, αφήνει τα μαλλιά της ατημέλητα και το πρόσωπο της χωρίς κρέμα, κοιμάται χωρίς τον αρκούδο  στο μαξιλάρι της. Κάποιες στιγμές νομίζει ότι έχει αναισθητοποιηθεί! Κοιτάζει γύρω της τον κόσμο , τις ομορφιές της φύσης και ξεχνά το μεγάλο πρόβλημα που τη βασανίζει. Τα χρήματα της είναι περιορισμένα αλλά όχι λίγα. Πρέπει να ζει συντηρητικά , να περιορίσει τις ανάγκες της, μέχρι το τέλος της εκδρομής. Κάθεται στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου γεμάτη καχυποψία. Κι όμως το φαγητό είναι νόστιμο. Θα το φάει χωρίς παράπονο. «Πάντα υπάρχουν εναλλακτικές προτάσεις» σκέφτηκε. «Μου δίνεις λίγη από τη δική σου σαλάτα» είπε στην Ελισάβετ και τρόμαξε και η ίδια με την αδιαντροπιά της. Στο πιάτο της μπήκε η μισή χωριάτικη που την αντάλλαξε με την αντίστοιχη ανάμεικτη.  «Άρχισε να γίνεται κι αυτή χύμα, όπως τα άλλα παιδιά;» αναρωτήθηκε. Αυτός ο συγχρωτισμός της ήταν άγνωστος κι ανοίκειος. Πέρασε από την πόρτα του ξενοδοχείου,  βγήκε στο πεζοδρόμιο και πέρασε απέναντι για σοκολάτα. Σήκωσε τους ώμους της ανάλαφρη. Η παιδικότητα της έκανε φτερά! Ένιωσε ελεύθερη δεν την φόρτωνε πια τίποτα. Ούτε σκέψεις , ούτε ενοχές, ούτε εξαρτήσεις κανενός είδους.

Το χιόνι είχε σκεπάσει την πλατεία με τα ελληνοπρεπή κτίρια. Το Μόναχο είχε μια παραμυθένια διάσταση πάρει. Ζούσε και αυτή μέσα σε ένα παραμύθι. Γελούσε με τους άλλους, έπαιζε μαζί τους. Η ώθηση ήταν ισχυρή και την παρέσυρε. Δεν είχε κανένα λόγο να σκέφτεται αρνητικά. Ήταν μόνη και μαζί με τους άλλους. Τους είχε ανάγκη αλλά μπορούσε να σταθεί και μόνη της.
«Είμαι η χαμένη;» σκέφτηκε όταν έπεσε στο κρεβάτι του ξενοδοχείου. Η λέξη είχε χάσει τη βαρύτητα της. Νύσταζε και ήθελε να κοιμηθεί. «Καληνύχτα αρκούδε» σκέφτηκε χαμογελώντας. Σε κάποια γωνιά του δρόμου κοιμάται κι αυτός Ευρωπαίος πια! Αυτή θα ξαναγύριζε στη μονοτονία του σχολείου…

ΓΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ ΘΕΟΔΩΡΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου